Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Ιωάννης Καποδίστριας (Α΄μέρος)



Η διαμόρφωση της σκέψης του



Του Γιώργου Καραμπελιά* 

Τα πρώτα χρόνια

Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε στην Κέρκυρα, στις 10 Φεβρουαρίου 1776, δευτερότοκο παιδί του δικηγόρου Αντωνίου-Μαρία Καποδίστρια και της Διαμαντίνας Γονέμη, κυπριακής καταγωγής, που είχαν ακόμα δύο αγόρια, τον Βιάρο και τον Ιωάννη-Αυγουστίνο, και τρία κορίτσια. Οι Καποδίστριες, που πιθανώς κατάγονταν από την Ίστρια της Αδριατικής (Capo d’Istria), έφεραν τον τίτλο του κόμη, που τους είχε απονείμει ο δούκας της Σαβοΐας, Κάρολος Εμμανουήλ Β΄, το 1689.

Ο Ιωάννης φοίτησε αρχικώς στο μοναστήρι της Αγίας Ιουστίνης, όπου έμαθε λατινικά, ιταλικά και γαλλικά ενώ εν συνεχεία, το 1794-1797, σπούδασε ιατρική και χειρουργική στην Πάδοβα· εκεί παρακολούθησε και μαθήματα φιλοσοφίας, αναφέρεται δε ότι μελέτησε τον Λοκ (Locke) και τον Κοντιγιάκ (Cοndillac). Σύμφωνα με τον Δημήτριο Αρλιώτη, η επιλογή του να σπουδάσει ιατρική –και όχι νομικά όπως οι γόνοι των ευγενών της Κέρκυρας–, την οποία στη συνέχεια ασκούσε δωρεάν προς χάρη των ξωμάχων και των φτωχών, αποτελεί μια πρώιμη απόδειξη της μέριμνάς του για τον λαό και της αδιαφορίας του για τα χρήματα.

Όσο βρισκόταν ακόμα στην Πάδοβα, τα στρατεύματα του Βοναπάρτη εισέβαλαν στην Ιταλία, κατήργησαν τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία και κατέλαβαν την Κέρκυρα, όπου ο νεαρός κόμης επέστρεψε και ασκούσε αμισθί την ιατρική· όμως, επειδή μέλη της οικογένειας Καποδίστρια συμμετείχαν σε αντιγαλλικές κινήσεις, το 1798, οι Γάλλοι τους συνέλαβαν, τους φυλάκισαν και καταδίκασαν τον γενάρχη, Αντώνιο, σε θάνατο. Ωστόσο, η γαλλική φρουρά, το 1799, συνθηκολόγησε και ο Ιωάννης διορίστηκε αρχίατρος του στρατιωτικού νοσοκομείου, που δημιουργήθηκε στην Κέρκυρα, ενώ συγκαταλεγόταν στους ιδρυτές της «Εταιρείας των Φίλων» και της «Εθνικής Ιατρικής Εταιρείας».
Όταν, το 1800, ιδρύθηκε η Δημοκρατία της Επτανήσου Πολιτείας, ο Αντώνιος ορίστηκε πρώτος Πρόεδρος της Γερουσίας, όμως, λόγω κωλύματός του, αντικαταστάθηκε από τον δευτερότοκο γιο του, ο οποίος πολύ σύντομα ενεπλάκη στη διακυβέρνηση της Επτανήσου Πολιτείας· παρενέβη κατευναστικά και κάποτε κατασταλτικά στις εσωτερικές κοινωνικές αντιθέσεις και δύο φορές, το 1800 και το 1802, απεστάλη στην Κεφαλονιά για να αποκαταστήσει την τάξη. Τον Απρίλιο του 1803, διορίστηκε «γραμματέας» των εξωτερικών υποθέσεων, εγκαινιάζοντας έτσι την ενασχόλησή του με τη διπλωματία, το δε 1805 συμμετείχε στη 10μελή επιτροπή η οποία ανέλαβε να συντάξει έκθεση με τις διατάξεις του Συντάγματος που θα έπρεπε να αναθεωρηθούν.

Στις εκλογές του 1806, ο τριαντάχρονος πλέον πολιτικός εξελέγη και εν συνεχεία χρημάτισε γραμματέας της Γερουσίας και εισηγητής της επιτροπής του νέου Συντάγματος, και παρότι διαφώνησε με τον πληρεξούσιο της Ρωσίας, κόμη Μοτσενίγο, οι προτάσεις του οποίου οδηγούσαν σε αναίρεση και των τελευταίων φιλελεύθερων διατάξεων υποχώρησε και εισηγήθηκε την ψήφιση του νέου Συντάγματος. Το Σύνταγμα παραχωρούσε τα Επτάνησα στην απόλυτη διάκριση του Τσάρου, γεγονός που επέτρεψε στη συνέχεια την παραχώρησή τους στον Ναπολέοντα και εν συνεχεία στους Εγγλέζους, χωρίς ποτέ να ρωτηθεί ο λαός.
Ο Καποδίστριας, ήδη σε νεαρή ηλικία, μεταξύ εικοσιπέντε και τριάντα χρόνων, κατέδειξε τις μεγάλες του πολιτικές ικανότητες και κατέστη σύντομα η δεύτερη πολιτική προσωπικότητα της Επτανήσου Πολιτείας. Παράλληλα όμως κατέδειξε και τα όρια και την ιδιοπροσωπία του πολιτικού του δαιμονίου: ο νεαρός κόμης δεν υπήρξε επαναστάτης, υπήρξε πάντοτε θεσμικός πολιτικός, χωρίς όμως να συνταχθεί με τους «αντιδραστικούς». Από τις σπουδές του, τη μέριμνά του για τις λαϊκές τάξεις, την αδιαφορία του για τη συσσώρευση πλούτου και τη συμπάθειά του για τους Έλληνες κλεφταρματολούς, έρεπε προς τη δημοκρατία· από την καταγωγή του όμως και τις συνάφειές του με τους ευγενείς και τη ρωσική διοίκηση, ήταν υποχρεωμένος να ανέχεται αντιδημοκρατικές και απολυταρχικές επιλογές, έστω και κάποτε παρά τη θέλησή του.



Η σύναξη της Λευκάδας


Η πρώτη εμφάνισή του στο ιστορικό προσκήνιο, ως ηγέτης όλων των Ελλήνων, θα πραγματοποιηθεί στην επαναστατική σύναξη της Λευκάδας, το 1807. Πρωταγωνιστές, οι Έλληνες, υπό τον Καποδίστρια και τον Κατσαντώνη, και οι Τούρκοι, υπό τον Αλή, σε συμμαχία με τους Γάλλους.
Είχε ήδη αρχίσει ο νέος ρωσο-τουρκικός πόλεμος (1806-1812). Έτσι, όταν «ο Αλής ο Τεπελενλής… άγων δισμυρίους Αλβανούς» άρχισε, τον χειμώνα του 1807, την περικύκλωση της Λευκάδας, η διοίκηση της Πολιτείας έστειλε τον Ιωάννη Καποδίστρια να οργανώσει την άμυνα του νησιού. Επικεφαλής των τουρκικών δυνάμεων βρισκόταν ο Βελή πασάς, με πάνω από 11.000 στρατό, 18 μεγάλα πυροβόλα και Γάλλους τεχνικούς και πυροβολητές, ενώ ο Καποδίστριας αποβιβάστηκε στη Λευκάδα, στις 27 Μαΐου 1807, μαζί με τον μητροπολίτη Ιγνάτιο, ένα σώμα Σουλιωτών, υπό τον Περραιβό, και 300 Ρώσους στρατιώτες· αρχιστράτηγος ορίστηκε ο Έλληνας αντιστράτηγος του ρωσικού στρατού, Εμμ. Παπαδόπουλος.
Μία από τις πρώτες ενέργειες του νεαρού ηγέτη ήταν να απευθύνει έκκληση για βοήθεια στους οπλαρχηγούς της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας. Στο κάλεσμά του θα ανταποκριθούν ο Βλαχάβας, ο Καραΐσκος, ο Νικοτσάρας, ο Αναγνωσταράς, ο Βαρνακιώτης, κ.ά. Επικεφαλής των Σουλιωτών ήταν ο «συνετός και ανδρείος» Κίτσος Μπότσαρης, ο Φώτος Τζαβέλας, ο Νότης Μπότσαρης κ.ά.
Ο Κατσαντώνης, που θα τεθεί επικεφαλής των κλεφταρματολών, θα φτάσει μετά από συνεχείς μάχες με τους Τούρκους (στο μοναστήρι της Τατάρνας, χάθηκε σε μια μάχη ο καπετάν Δίπλας), ενώ ο Κολοκοτρώνης συμμετείχε ενεργά στην κινητοποίηση με το σκάφος του, που ανήκε στη ναυτική δύναμη της Επτανήσου Πολιτείας, αλλά ήλθε σε πρόσκαιρη αντιπαράθεση με τον Καποδίστρια, εξαιτίας κάποιων πειρατικών ενεργειών του. Στις 30 Ιουνίου 1807, συγκεντρώθηκαν όλοι σε μια ιστορική σύναξη, μαζί με τον Καποδίστρια, τον Ιγνάτιο, τον Λευκάδας Παρθένιο και τον Παπαδόπουλο, στην ακτή του Μαγεμένου, στη Νικιάνα Λευκάδας. Γράφει σχετικά ο Βαλαωρίτης:
Αλλά το μεγαλήτερον, το θαυμαστώτερον, το ελληνικώτερον κατόρθωμα του αειμνήστου Καποδιστρίου υπήρξεν η εν Λευκάδι συγκέντρωσις όλων των ενδοξωτέρων Καπετανάτων της Ρούμελης προς υπεράσπισιν της κινδυνευούσης Λευκάδος, και ο αδελφικός σύνδεσμος, όστις προέκυψεν εκ της συγκεντρώσεως ταύτης μεταξύ των σημαντικωτέρων οπλαρχηγών. Οι Κλέφται μετεμορφώθησαν εις Κλεφτουριάν, δηλαδή απέβαλον την ιδέαν της ατομικής και κεχωρισμένης κατά των εχθρών αντιδράσεως και συνησπίσθησαν και συνετάχθησαν υπό την αρχηγίαν του Κατζαντώνη εις στρατόν εθνικόν, εν και μόνον έχοντα σύνθημα, άσπονδον κατά των τυράννων της πατρίδος πόλεμον.[ ] Επί κεφαλής της τραπέζης εκάθισεν ο Καποδίστριας, εγερθείς δε πριν ή αποχωρισθώσιν, προέπιεν υπέρ της ανεξαρτησίας της ελληνικής φυλής. Επί τη προπόσει ταύτη οι γενναίοι της ελληνικής τιμής πρόμαχοι σύραντες τα ξίφη ώμοσαν ν’ αποθάνωσι μαχόμενοι υπέρ Πίστεως και Πατρίδος.

Ωστόσο, η σύγκρουση δεν θα λάβει χώρα και ο Αλής θα εγκαταλείψει τα σχέδιά του για κατάληψη της Λευκάδας· εξάλλου, με τη Συνθήκη του Τιλσίτ, στις 7 Ιουλίου, τα Επτάνησα θα εκχωρηθούν στη σύμμαχό του, Γαλλία. Αυτή η συγκέντρωση, υπό την ηγεσία του Καποδίστρια, κατά την κομβική στιγμή του μετασχηματισμού των κλεφταρματολών σε «ένοπλες δυνάμεις» του ελληνισμού–, προανήγγειλε τη συμμετοχή τους στην επερχόμενη Επανάσταση, επισφραγίζοντας και την ιδιαίτερη σχέση του Καποδίστρια μαζί τους. Σύμφωνα με τον Γουντχάουζ, οι λίγοι μήνες που έμεινε ο Καποδίστριας στη Λευκάδα και όλες οι προετοιμασίες που έγιναν για την αντιμετώπιση του Αλή πασά και των Γάλλων –οχυρωματικά έργα, εκγύμναση εντοπίων–, σε συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις του γένους, μετέβαλαν οριστικά την οπτική του προς μια πανεθνική απελευθερωτική κατεύθυνση.


Μια ταξική ακτινογραφία του ελληνισμού


Ο Καποδίστριας αρνήθηκε τις προτάσεις συνεργασίας των Γάλλων, οι οποίοι κατέλαβαν τα Επτάνησα, κατήργησαν την Επτάνησο Πολιτεία και την προσάρτησαν στη γαλλική Αυτοκρατορία. Οι δεκαοκτώ μήνες που παρέμεινε στην Κέρκυρα, μετά τη μεταβίβαση της εξουσίας, τον έπεισαν οριστικά για την αδυναμία συνεργασίας τόσο με τους Γάλλους όσο και με τους Άγγλους, που εποφθαλμιούσαν τα Επτάνησα και θεωρούσαν τους Έλληνες ανταγωνιστές τους στη Μεσόγειο. Η Άρκτος ήταν η μόνη, μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ευνοϊκά τα ελληνικά αιτήματα, ενώ προωθούσε και τα εμπορικά συμφέροντα των Ελλήνων στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο – εξάλλου την ίδια εποχή βρισκόταν εκ νέου σε πόλεμο με την Τουρκία. Έτσι, επέλεξε οριστικά το στρατόπεδό του και, τον Ιανουάριο του 1809, μετέβη στην Αγία Πετρούπολη: αρχικά επιτετραμμένος στο υπουργείο Εξωτερικών, εν συνεχεία ακόλουθος στη ρωσική πρεσβεία της Βιέννης, και πολιτικός σύνδεσμος της στρατιάς του Δούναβη, στο Βουκουρέστι.
Αν και γνωρίζουμε πλέον μάλλον επαρκώς τη ζωή και τη δράση του, εντούτοις, γύρω από την ιδεολογική συγκρότηση και τις πεποιθήσεις του, έχουν αναπτυχθεί έντονες ιδεολογικές διαμάχες που έχουν μάλλον συσκοτίσει παρά φωτίσει την ιδεολογική του φυσιογνωμία. Ιδιαίτερα στην παλαιότερη ιστοριογραφία της Αριστεράς, ο Καποδίστριας αντιμετωπίζεται ως ένας «αντιδραστικός» υπουργός του Τσάρου και «αυταρχικός» κυβερνήτης του ελληνικού κράτους. Και αυτή η παράδοση ίσως έχει ως αφετηρία τον Κοραή, ο οποίος, από την αρχική, φιλική στάση του όταν ανεδείχθη σε κυβερνήτη, θα στραφεί βίαια εναντίον του. Ο Κρις Γουντχάουζ περιγράφει πως το αρχικό ενδιαφέρον του για τον Καποδίστρια, που τον οδήγησε αργότερα και στη συγγραφή της σχετικής βιογραφίας του, «πυροδοτήθηκε» κατά τη διάρκεια της πορείας του μαζί με τον Ζέρβα και τον Βελουχιώτη προς τον Γοργοπόταμο: «το μόνο πράγμα που θυμάμαι λεπτομερώς» από τα λόγια του Άρη ήταν η εμμονή του στις επιθέσεις του ενάντια στους παλαιότερους κυβερνήτες της σύγχρονης Ελλάδας. Και δύο ονόματα αποτελούσαν κατεξοχήν ανάθεμα γι’ αυτόν. «Οι Γλύξμπουργκ… και ο Καποδίστριας, τον οποίο κατήγγελλε ως έναν αυταρχικό ξένο τύραννο που διέφθειρε τους Έλληνες και στέρησε τον ελληνικό λαό από την ανεξαρτησία για την οποία είχε πολεμήσει». Εξάλλου, γνωρίζουμε τις δριμείες επιθέσεις του Κορδάτου εναντίον του.
Και παρότι η πλειοψηφία των Ελλήνων ιστορικών και δημοσιολόγων αποτιμούν μάλλον θετικά τη δράση και το έργο του, σε αντίθεση με την αρνητική στάση των Δυτικοευρωπαίων, ωστόσο δεν επιμένουν ιδιαίτερα στην ιδεολογική του συγκρότηση και πραγματεύονται κυρίως την πολιτεία του ως του πρώτου κυβερνήτη. Αυτή η συγκρότηση, όμως, αναδεικνύεται ανάγλυφα σε τέσσερα εκτενή κείμενά του.
Στο μάλλον εκτενές υπόμνημα για την κατάσταση της Ελλάδας και της Ιλλυρίας, το οποίο έγραψε στη Βιέννη, το 1811, και διαβιβάστηκε στον τσάρο, αποπειράται μια καταγραφή της ελληνικής πραγματικότητας που εκπλήσσει με την ειλικρίνεια και την ευθυκρισία της. Διότι, εάν είναι αναμενόμενη η σημασία την οποία αποδίδει στον ρωσικό παράγοντα, εκπλήσσει η θετική αναφορά του στη γαλλική Επανάσταση, σε υπόμνημα που απευθύνεται προς έναν Ρώσο τσάρο, έστω και αν αυτός είχε τη φήμη του φιλελευθέρου:
Πριν από τον πόλεμο του 1769, ο ελληνικός λαός ήταν τσακισμένος από τη μιζέρια και την άγνοια.[…] Η δυναμική φωνή της αυτοκράτειρας Αικατερίνης Β΄, εμψύχωσε με νέα ζωή τις ωραίες περιοχές της Ελλάδας και ενέπνευσε στους Έλληνες το ευγενικό αίσθημα να εκτιμήσουν όπως πρέπει τους προγόνους τους. […] Από τότε άρχισε η ηθική αναγέννηση αυτού του λαού. […] Η Γαλλική Επανάσταση και τα εξαιρετικά γεγονότα που άλλαξαν την όψη και τις σχέσεις των ευρωπαϊκών κρατών, η παρακμή της Τουρκικής Αυτοκρατορίας και η προτεραιότητα που δίνουν μερικές Δυνάμεις για την τύχη των υπολοίπων αυτής της αυτοκρατορίας, όλα αυτά και ένα πλήθος άλλα, κάνουν τους Έλληνες να αισθάνονται ότι σε λίγο η τύχη τους θ’ αλλάξει κι ότι μια μέρα θα μπορέσουν ν’ αποκτήσουν δική τους πατρίδα.
Η Ρωσία διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα σε σχέση με τις δυτικές δυνάμεις και δεν θα πρέπει να την προλάβουν:Ο λαός αυτός φαίνεται άξιος της προσοχής της αυτοκρατορικής σας κυβέρνησης. Η Αγγλία και η Γαλλία ενδιαφέρονται για το θέμα αυτό. Κάνουν θυσίες για να λύσουν ευνοϊκά γι’ αυτές το πρόβλημα. Η Ρωσία χρειάζεται απλώς να διατηρήσει την ευεργετική της επιρροή.
Η υπηρεσία του στη ρωσική διοίκηση θα έπρεπε να εξυπηρετεί ταυτόχρονα και τα συμφέροντα της Ελλάδας. Αυτή η υπόμνηση προσελάμβανε και το νόημα μιας έμμεσης προειδοποίησης· θα συνέχιζε να υπηρετεί τη ρωσική κυβέρνηση αν τα συμφέροντά της συνέπιπταν με αυτά της πατρίδας του – γι’ αυτό και αποχώρησε το 1822 από την υπηρεσία του τσάρου:Τα στοιχεία, που συγκεντρώθηκαν με προσοχή, [ ] τολμώ να τα υποβάλλω στη φωτισμένη κρίση της Μεγαλειότητάς σας, με σκοπό να εκπληρώσω, από τη μία το καθήκον του πιστού υπηρέτη της Ρωσίας και από την άλλη το καθήκον του πολίτη, που είναι προσδεμένος σταθερά στην τίμια υπόθεση της πατρίδας του.

Ακολουθεί ένα περιεκτικό και εύστοχο μνημόνιο, που έπεισε τον Αυτοκράτορα για τη σοβαρότητα και τις γνώσεις του, ήδη έμπειρου από τη θητεία του στα Επτάνησα, διπλωμάτη: «Οι Έλληνες στην Τουρκία αποτελούν πληθυσμό εννέα εκατομμυρίων», διηρημένο σε τέσσερεις τάξεις, τους «ιδιοκτήτες και τους ευγενείς· τον κλήρο και τους επιστήμονες, τους εμπόρους και τους ναυτικούς και τους εργαζόμενους κάθε κατηγορίας και τους ανθρώπους που δεν ξέρουν άλλη τέχνη πέρα από τα άρματα». Η «ταξική ανάλυσή» του αγγίζει μάλιστα ορισμένα άγνωστα σημεία, όπως το ξερίζωμα των τελευταίων Ελλήνων μεγαλοϊδιοκτητών μετά τα Ορλωφικά: «Σχεδόν όλοι οι Έλληνες στην Τουρκία είναι μικροϊδιοκτήτες γης. Σχεδόν κανένας δεν έχει μεγάλη περιουσία», διότι, «πριν από τον πρώτο Ρωσικό πόλεμο, υπήρχαν στο Μοριά και στις οθωμανικές επαρχίες της Μ. Θάλασσας μεγαλοϊδιοκτήτες, που η περιουσία τους ήταν πολύ σημαντική». Οι τουρκικές διώξεις υποχρέωσαν πολλούς «να γίνουν δυστυχείς,[ ] και άλλους να εκπατρισθούν αναγκαστικά», η δε έξωσή τους από «τις μεγάλες έγγειες ιδιοκτησίες» τους υποχρέωσε να στραφούν προς το εμπόριο.

Κατά συνέπεια, «η αριστοκρατία έχει μηδενιστεί και διατηρείται ακόμα εκείνη του Φαναριού». Παρότι αριστοκρατικής καταγωγής ο ίδιος, υποστηρίζει πως η «“αριστοκρατία” είναι απλώς ένα κενό όνομα, στείρο, πολλές φορές επικίνδυνο». Μόνον οι Φαναριώτες «προσδίδουν σ’ αυτόν μια πραγματική αξία», εξ αιτίας «της θέσης του Μεγάλου Δραγουμάνου», καθώς και εκείνης «του ηγεμόνα της Μολδαβίας και της Βλαχίας». τους χαρακτηρίζει δε «μορφωμένους», με «φιλότιμο» αλλά «κενόδοξους». Αντίθετα, οι «μικροϊδιοκτήτες» «μισούν τους Τούρκους» που ελπίζουν να ανακτήσουν τη γη τους.Ως προς τον κλήρο –επηρεασμένος από τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας– θεωρεί πως υπέφερε από αμάθεια και «δεισιδαιμονία», την οποία μόλις έχει αρχίσει να ξεπερνά, μετά τον Ευγ. Βούλγαρι και τον Νικ. Θεοτόκη, Κερκυραίους που χρίσθηκαν μητροπολίτες από τη Μ. Αικατερίνη.
Έχει την πεποίθηση πως αποτελεί «ιερή υποχρέωση για τη Σύνοδο, να επιβάλει στους νέους που μπαίνουν στις ανώτερες εκκλησιαστικές τάξεις, να αφήνουν τα ράσα και τα γένια και να ταξιδεύουν στην Ιταλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία, με σκοπό να μάθουν σύγχρονες γλώσσες και να καταπιαστούν με τις επιστήμες και τα γράμματα». Συντάσσεται με τη διαφωτιστική πτέρυγα της Εκκλησίας, και προβάλλει ως πρότυπα τους μητροπολίτες «Πρώιο Φιλαδέλφειας (επιθεωρητή των δημόσιων σχολείων)», Διονύσιο Σερρών και Θεόκλητο Σόφιας· αυτοί, αφού «ταξίδεψαν πολύ και με κοσμικό ένδυμα εντάχθηκαν στο πλήθος των μαθητών των πανεπιστημίων της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας», επέστρεψαν «στους κόλπους της εκκλησίας, για να πάρουν το αξίωμα του μητροπολίτη». Αλλά και «ιερείς μιμήθηκαν το παράδειγμά τους: ο Θεόφιλος [Καΐρης] απόθεσε τα ράσα του, πήγε στην Ιταλία και στη Γαλλία, όπου σπούδασε», για να επιστρέψει με «πολλά βιβλία και επιστημονικά όργανα», να ξαναβάλει τα ράσα και να δημιουργήσει «σχολή φιλοσοφίας στη Σμύρνη»· κάτι ανάλογο έπραξε και ο «Βενιαμίν [Λέσβιος], καθηγητής των επιστημών στις Κυδωνίες». Ο Δανιήλ Φιλιππίδης και ο Νεόφυτος Βάμβας, ενώ είχαν «χρηματίσει καθηγητές της φιλολογίας[…], διαπίστωσαν κάποτε με λύπη ότι αγνοούσαν την πραγματική μέθοδο διδασκαλίας» και «αποφάσισαν να γίνουν μαθητές. Απόθεσαν τα ράσα τους και σήμερα βρίσκονται στη Γαλλία». Εισέρχεται έτσι σε ευθεία αντίθεση με τον Αθανάσιο Πάριο, που θεωρούσε καταστροφική την επαφή των νέων με την Εσπερία και στηλίτευε ιδιαίτερα όσους ιερωμένους ακολουθούσαν πρακτικές «αποσχηματισμού» κατά τη διάρκεια της αποδημίας τους. Προφανώς ο Καποδίστριας επέκρινε ευθέως τις απόψεις του Παρίου, που στηλίτευαν τον Βενιαμίν, τον Θεόφιλο και τον Πρώιο.

Η σημασία που αποδίδει στο ζήτημα της εκπαίδευσης προσομοιάζει με εκείνη του Κοραή. Επιμένει ιδιαίτερα στην τάξη των λογίων η οποία έχει καταστεί «πολυάριθμη και αξίζει ιδιαίτερης εκτίμησης», απαριθμεί δε ονομαστικά «18 δημόσια σχολεία, κατά το πρότυπο των μικρών Πανεπιστημίων και Λυκείων της Ιταλίας και της Γαλλίας». Ωστόσο, από τον κατάλογό του απουσιάζει μάλλον σκανδαλωδώς η Χίος, που διέθετε την μεγαλύτερη σχολή του ελληνικού κόσμου – προφανώς επειδή ακόμα σχολαρχούσε σε αυτήν ο Πάριος! Στο υπόμνημά του περιλαμβάνονται στοιχεία για τους καθηγητές, το εκπαιδευτικό πρόγραμμα, τις βιβλιοθήκες, τις εκδόσεις και τη χρηματοδότηση των σχολείων· για τους σπουδαστές υποστηρίζει: «μπορώ να υπολογίσω ότι το κάθε σχολείο έχει γύρω στους 200 μαθητές και πρέπει να υπάρχουν συνολικά 3.600 μαθητές το χρόνο.» Παρότι οι επιστήμονες είναι «λίγο εγωιστές, άπληστοι για δόξα, συχνά φτωχοί, και πολλές φορές παθιασμένοι για χρήμα», εν τούτοις είναι «καλοί πατριώτες, επειδή δεν έχουν πατρίδα».
Τους εμπόρους της διασποράς τους εκτιμά γύρω στις 110.000: 90.000 στην Αυστροουγγαρία και «4.000-5.000 ψυχές» στη Ρωσία. «Διαφυλάσσουν την ιδέα για επιστροφή στη χώρα τους», «θεωρούν τους εαυτούς τους ξένους στις χώρες όπου έχουν τις περιουσίες τους», όμως, εξαιτίας του «πάθους του πλούτου», χαρακτηρίζονται από «μειωμένο πατριωτισμό», παρότι «μέρος των ποσών που διατίθενται για τα σχολεία, προέρχονται από τα ταμεία των εμπόρων».
Οι «Έλληνες κατέχουν 5.000 εμπορικά πλοία, κατασκευασμένα στα νησιά του Αρχιπελάγους (Αιγαίου) και σ’ όλη σχεδόν την υπόλοιπη Ελλάδα», στα οποία απασχολούνται «γύρω στους 50.000 ναύτες.» Θεωρεί ακριβή αυτόν τον υπολογισμό, δοθέντος ότι «τα Ιόνια, με τους 280.000 κατ. που είχαν στα χρόνια της Ιόνιας Δημοκρατίας, διέθεταν 500 εμπορικά πλοία» με 5.000 ναύτες, χωρίς να υπολογίζονται τα μικρά σκάφη.

Επιμένει ιδιαίτερα στο γεγονός πως «όλοι οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα έχουν όπλα και είναι σε θέση να τα χρησιμοποιούν με γενναιότητα», ενώ «οι άνθρωποι που είναι γνωστοί ως αρματολοί, μπορούν να υπολογιστούν σε 100.000 ψυχές».
Στο τέλος, εξετάζει τη στάση των Τούρκων και των μεγάλων δυνάμεων: Η στάση των πρώτων έχει αρχίσει να γίνεται ανεκτικότερη από «τις αρχές της βασιλείας του Σελίμ Γ΄», ενώ ένας «Τούρκος ελληνικής καταγωγής, ο Βαλιδέ Κεσκάγια», έπεισε τον σουλτάνο ότι, για «να στερήσει τη Ρωσική Αυτοκρατορία από την αφοσίωση των Ελλήνων», «θα έπρεπε η Τουρκία να τους παραχωρήσει» «όλα όσα τους παραχωρούσε και η Ρωσία». «Κάποιος τολμηρός» μάλιστα, «πρότεινε στην τουρκική κυβέρνηση να δεχτεί τους Έλληνες σε σημαντικές θέσεις της διοίκησης και του στρατού».
Η Γαλλία επιδιώκει να αποσπάσει τους Έλληνες από την επιρροή της Ρωσίας και «τα ταξίδια που έκαναν οι Γκυ, Σουαζέλ-Γκουφιέ, Σονίνι, Ολιβιέ και πολλοί άλλοι Γάλλοι σοφοί, ποτέ δεν ήταν καθαρά φιλολογικά», θεωρεί δε μισθοδοτούμενους από τη Γαλλία τον Κοραή, τον Κοδρικά κ.ά. Πάντως, «το γαλλικό κόμμα δεν μπορεί να αποκτήσει ευρύτητα, μια και ο κλήρος στέκεται πολέμιός του».

Ανάλογο χαρακτήρα έχουν και τα ταξίδια των Εγγλέζων, που προσπαθούν «να πείσουν τους Έλληνες, ότι η Ρωσία» δεν θα «εκδιώξει τους Τούρκους από την Ευρώπη: “Οι Ρώσοι θα σας εγκαταλείψουν τη στιγμή που δε θα έχουν την ανάγκη σας. Φυλαχτείτε λοιπόν”. Αυτό είναι το ρεφραίν των κυρίων Μοριέρ και Ληκ». Εν τούτοις, «οι Έλληνες δεν είναι αφοσιωμένοι στους Άγγλους» και η πρόσδεσή σε αυτούς «αποβλέπει μόνο στα προσωρινά πλεονεκτήματα που τους παρέχει» η Αγγλία. Αντίθετα, η «Ρωσία διαθέτει αποδείξεις για την αφοσίωση των Ελλήνων».
Όταν ο Καποδίστριας συνέτασσε την αναφορά του, η Ρωσία βρισκόταν ακόμα σε πόλεμο με την Τουρκία. Ήδη όμως κυκλοφορούσαν φήμες για μια ενδεχόμενη ανακωχή εξ ου και θα κλείσει το μνημόνιο παράτολμα και ελάχιστα «διπλωματικά», υπογραμμίζοντας πως λυδία λίθο για την επιβεβαίωση της εμπιστοσύνης των Ελλήνων θα αποτελέσει «η ειρήνη με την Τουρκία και η τύχη των Σέρβων»· αυτή και θα απαντήσει «σ’ ένα ερώτημα που βάζουν μεταξύ τους οι Έλληνες: “θέλει να μας προστατέψει η Ρωσία, ή θα μας εγκαταλείψει στους Τούρκους;”»!

Σε αυτή την εκτενή ραδιογραφία της Ελλάδας, οι στόχοι του αναδεικνύονται ανάγλυφοι: προβολή της οικονομικής και πληθυσμιακής ισχύος της, εμμονή στα «εκσυγχρονιστικά» και φιλελεύθερα χαρακτηριστικά της, υπογράμμιση της σημασίας της για το σύνολο των μεγάλων δυνάμεων, και τους Οθωμανούς, και έκκληση προς τον τσάρο να δράσει. Η ιδεολογική φυσιογνωμία του –σε μια εποχή που δεν βρίσκεται πλέον στην πρώτη νεότητα, είναι ήδη 35 ετών και μάλιστα σε επίσημη έκθεση–, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την εικόνα του «αντιδραστικού αριστοκράτη» που καλλιεργούσε μια κλασική «προοδευτική» αντίληψη – εν πολλοίς έντεχνα φιλοτεχνημένη από τους δυτικούς ιστοριογράφους του 19ου αιώνα.

............................................................
Γιώργος Καραμπελιάς (1946) είναι συγγραφέας και πολιτικός αναλυτής. Σπούδασε ιατρική και Οικονομικά.Το ενδιαφέρον άρθρο του δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Νέος Ερμής ο Λόγιος" (τεύχος 12/ 2016).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου