Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

ΓΡΑΦΩ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙ (5/2017)

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΤΙΝΗΣ ΦΙΛΙΑΣ

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα μικρό χωριουδάκι ζούσαν δύο φίλες, η Γεωργία και η Δήμητρα. Ήταν τόσο αγαπημένες που κάθε μέρα, όλη μέρα ήταν μαζί. Μέρα παραμέρα βρίσκονταν η μια στο σπίτι της αλληνής. 

Κάθε πρωί έδιναν ραντεβού έξω από ένα εγκαταλειμμένο σπίτι λίγο πιο κάτω από το σπίτι της Δήμητρας για να πάνε μαζί σχολείο. Αν η μια αρρώσταινε ή κάτι της συνέβαινε και δεν πήγαινε σχολείο τότε ούτε και η άλλη δεν πήγαινε για μάθημα.
Οι γονείς των κοριτσιών δούλευαν όλη την ημέρα στα χωράφια. Ήταν άνθρωποι φτωχοί που προσπαθούσαν να καλύψουν τις βασικές ανάγκες για τα παιδιά τους. Έτσι μετά το σχολείο τα κορίτσια πήγαιναν στην γιαγιά της Δήμητρας. Όλοι μαζί έτρωγαν, διάβαζαν, έπαιζαν, μίλαγαν, βοηθούσαν την γιαγιά σε ότι χρειαζόταν. Το βράδυ νωρίς- νωρίς χωρίζονταν. Όταν τελείωναν οι γονείς τους την δουλεία και γυρνούσαν πίσω. Τότε τα κορίτσια έπρεπε να χωριστούν. Έτσι πέρασαν μέρες, μήνες και χρόνια και η Γεωργία και η Δήμητρα συνέχιζαν να είναι δεμένες  σαν αδελφές. 
Μια μέρα έπεσε βαρύς χειμώνας στο χωριό. Κακοκαιρία, χιόνι και πολλή παγωνιά. Τα χωράφια καταστράφηκαν. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού περπατούσαν στα χωράφια απελπισμένοι και σκεπτόμενοι για το τι θα κάνουν. Σχεδόν όλα έμειναν χωρίς δουλειά, σκεπτόμενοι που θα βρουν χρήματα για να αγοράσουν λίγο γάλα και ψωμί.
Το ίδιο συνέβη και για τις δύο οικογένειες των κοριτσιών. Η Γεωργία και η Δήμητρα δεν ήταν χαρούμενες όπως πριν. Είχαν χάσει το κέφι τους. Τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο. Κάθε απόγευμα κατέβαιναν στην θάλασσα και κοιτάγανε το ηλιοβασίλεμα. Έκαναν όνειρα και νοσταλγούσαν τις μέρες που όλα ήταν εντάξει.
Μια μέρα ήλθε μια είδηση ότι η οικογένεια της Γεωργίας θα έφευγε για την πόλη. Ο πατέρας της είχε βρει δουλειά σαν μεσίτης. Η Γεωργία στεναχωρήθηκε όταν άκουσε ότι θα φύγει μακριά από την Δήμητρα. Ένα απόγευμα λίγες ώρες πριν φύγει η Γεωργία, τα δύο κορίτσια συναντήθηκαν για τελευταία φορά στην ακρογιαλιά όπου σύχναζαν. Όμως η Δήμητρα είχε μια ωραία ιδέα. Είχε πάρει δυο κλειδιά από το σπίτι της και πάνω σε αυτά έγραψε τα ονόματά τους, «Γεωργία – Δήμητρα». Το ένα το έδωσε στην Γεωργία και είπε: «Με αυτό το κλειδί θα σε θυμάμαι και θα με θυμάσαι, θα το κουβαλάς πάντα μαζί σου. Η Γεωργία μόλις άκουσε τα λόγια της έπεσε στην αγκαλιά της συγκινημένη και εκεί είπαν το τελευταίο αντίο.
Τα χρόνια πέρασαν, τα δύο κορίτσια μεγάλωσαν και έκανα την δικιά τους οικογένεια, μα πάντα αντί να έχουν η μια την άλλη είχαν το κλειδί με τα ονόματα. Ήταν η δική τους υπόσχεση. Ακόμα με το πέρασμα των χρόνων δεν κατάφεραν να σκουριάσουν…

ΜΑΡΙΑ ΠΕΛΕΚΗ

ΣΣ. Το κείμενο αυτό αποτελεί εργασία της μαθήτριας στο πλαίσιο του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Α' τάξης της καθηγήτριας Ζαφειρίας Παπαδημητρίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου