Τετάρτη 6 Απριλίου 2016

Παναγιώτης Τέτσης

Η ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ

Ο Παναγιώτης Τέτσης γεννήθηκε στην Υδρα το 1925. Το 1937 η οικογένεια μετοικεί στον Πειραιά.
Λειτουργούν καταλυτικά για την επιλογή του: ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης και ο ζωγράφος Χατζηκυριάκος-Γκίκας. 

Το 1944, γίνεται πρώτος δεκτός στο εργαστήριο του Παρθένη στην Σχολή Καλών Τεχνών. Από το 1953 ως το 1956 σπουδάζει με υποτροφία στο Παρίσι στη Σχολή Καλών Τεχνών, κυρίως χαρακτική. Στο Λούβρο ανακαλύπτει τη ζωγραφική της Αναγέννησης και κυρίως τους Βενετούς: τον Τιτσιάνο, τον Βερονέζε. Η τέχνη της Αναγέννησης έγκειται στην διαλεκτική σχέση της επιστημονικής έρευνας με την καλλιτεχνική.
Θαυμάζει τον Γκρέκο και από τους ζωγράφους του μπαρόκ ξεχωρίζει τον Ρούμπενς και τον Βελάσκεθ. Το Μπαρόκ είναι μορφή έκφρασης που αρχίζει το 1550 και φθάνει μέχρι το Νεοκλασσικισμό (1750), στο οποίο το στοιχείο της λαμπρότητας και του μεγαλειώδους εκφράζεται με αντιθέσεις των μεγεθών αλλά και κινητικότητα των μελών. Ο χώρος είναι σκηνογραφικός και υπάρχει το στοιχείο της υπερβολής.
«Η ζωγραφική είναι ένα ανοιχτό παράθυρο στον κόσμο». «Ο,τι δεν είναι ορατό δεν ενδιαφέρει τον ζωγράφο». Ο Παναγιώτης Τέτσης θα προσυπέγραφε χωρίς δισταγμό τις αξιωματικές διακηρύξεις του Αλμπέρτι που εγκαινιάζουν τη νεότερη παράδοση της δυτικής τέχνης από το 1435. Πράγματι, ο Τέτσης παραμένει ένας από τους τελευταίους οπαδούς της ζωγραφικής του βλέμματος. Είναι ένα βλέμμα θρεμμένο από μια μακρά ζωγραφική παράδοση που ξεκινά από τους μεγάλους Βενετούς του 16ου αιώνα και φτάνει ως τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό και ως τη ζωγραφική της χειρονομίας. Ο εξπρεσιονισμός εκδηλώνεται με την αναζήτηση της μεγίστης εκφραστικότητας του χρώματος και του περιγράμματος δια μέσου υπερβολής ακόμη και παραμόρφωση της φόρμας.
Ο Παναγιώτης Τέτσης ωριμάζει στη δεκαετία του '50. Αναζητεί αδιάκοπα τρόπους να μεταφράσει με χρώματα τη συνομιλία του φωτός με τον κόσμο, οφείλει η ζωγραφική του τη μοναδικότητά της. Το ελληνικό ύπαιθρο με όλη του τη φωταύγεια σε καθαρό χρωματικό και ζωγραφικό συμβάν. Υψωσε το ελληνικό φως στην πιο μεγάλη δύναμη του χρώματος. H ζωγραφική του Τέτση μάς βυθίζει στο δυνατό φως που λάμπει πάνω στον ασβέστη ενός νησιώτικου σπιτιού, προβάλλοντας γαλάζιες σκιές, μπλαβίζοντας τη θάλασσα, σκουραίνοντας τα πράσινα. Δυνατά κοντράστα, να ένα από τα μυστικά της χρωματικής μαγγανείας του Τέτση. Με αυτές τις δυνατές αντιθέσεις κατάφερε να δημιουργήσει την αίσθηση ενός λιοπύρινου μεσημεριού. Είναι σαν ν' ακούμε τα τζιτζίκια και αυθόρμητα ανακαλούμε στίχους των ποιητών που μιλούνε για τις βαριές σκιές σαν σίδερο και για τον μαύρο ήλιο του μεσημεριού.
Ολα τα θέματα έχουν τη θέση τους στη ζωγραφική του: από ένα απλό κανάτι με πινέλα ακουμπισμένο πάνω σε ένα τραπεζάκι ή ένα μπουκέτο λουλούδια ως την κυβιστική γεωμετρία των αρχοντικών της γενέθλιας Υδρας ή τα βαθμιδωτά μονοπάτια που ανηφορίζουν στις ηλιοδαρμένες πλαγιές της Σίφνου. Και από τα πορτρέτα των φίλων του  ως το χρωματικό πανηγύρι της λαïκής αγοράς στην οδό Ξενοκράτους.
Το πάθος και η δύναμη του Τέτση για το χρώμα όσο στο επικό έργο που αφιέρωσε στη Λαϊκή αγορά. Τέσσερα χρόνια (1979-1983) χρειάστηκαν στον ζωγράφο για να ολοκληρώσει το μνημειακό αυτό σύνολο, μια ζωφόρο που ξεπερνά τα 50 μέτρα. Είναι ένας φόρος τιμής στο λαϊκό δρώμενο που ξετυλίγεται κάθε Παρασκευή στην Ξενοκράτους, στο Κολωνάκι. Με μια ελεύθερη χειρονομιακή γραφή και με την απαράμιλλη τεχνική του μεγάλου κολορίστα, οι θάλασσες του Τέτση  ξεχείλιζαν από το πλαίσιο. Φέρνουν αυθόρμητα στη μνήμη περιγραφές του Παπαδιαμάντη, στίχους του Κάλβου, του Σεφέρη, του Ελύτη.
Το πινέλο του, έμφορτο με χρώμα, αιχμαλωτίζει τους αφρούς μιας μανιασμένης σοροκάδας, θυμίζοντάς μας μια μέθοδο που είχε πρώτος εγκαινιάσει ο αρχαίος ζωγράφος Πρωτογένης, την ξαναφέρει στη μόδα ως dripping ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός και ιδιαίτερα ο Πόλοκ.
Ως έκφραση τιμής και αναγνώρισης προς τον μεγάλο δωρητή, η αίθουσα υποδοχής του κοινού στη νέα Εθνική Πινακοθήκη, που πρόκειται να φιλοξενήσει τη μνημειώδη Λαïκή Αγορά, θα φέρει το όνομα του Παναγιώτη Τέτση.
ΣΣ. Το κείμενο για τον Παναγιώτη Τέτση στηρίχθηκε στο άρθρο της Μαρίνας Λαμπράκη-Πλάκα που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ στις 12 Μαρτίου 2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου